φύλαρχος
•
- ο αρχηγός μιας φυλής Βικιλεξικό
- μεταφορικάο αρχηγός μιάς μεγάλης ομάδας με κοινά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- ιστορίαστην αρχαία Αθήνα φύλαρχοι ονομάζονταν οι δέκα επικεφαλής του ιππικού και εκλέγονταν από κάθε μία από τις ισάριθμες φυλές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φύλαρχος < αρχαία ελληνική φύλαρχος < φυλή + ἄρχω (1,2: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική tribal chief)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύλαρχος | φύλαρχοι |
| Γενική | φυλάρχου / φύλαρχου | φυλάρχων / φύλαρχων |
| Αιτιατική | φύλαρχο | φυλάρχους / φύλαρχους |
| Κλητική | φύλαρχε | φύλαρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →