φύσιγγα
•
- αμπούλα Βικιλεξικό
- ειδικό εξάρτημα που περιέχει τη μελάνη εκτυπωτών Βικιλεξικό
- κυλινδρικό δοχείο που περιέχει σιλικόνη (ή άλλα υλικά σε ημίρρευστη μορφή) και μέσω ειδικού μυτερού στομίου τα εκχύνουν στο επιθυμητό σημείο και στην επιθυμητή ποσότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φύσιγγα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φῦσιγξ, από την αιτιατική «τὴν φύσιγγα» < αρχαία ελληνική φῦσα + (παραγωγικό επίθημα) -ιγξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύσιγγα | φύσιγγες |
| Γενική | φύσιγγας | φυσίγγων |
| Αιτιατική | φύσιγγα | φύσιγγες |
| Κλητική | φύσιγγα | φύσιγγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →