φύτρα
•
- το φύτρο, το φυτό σε πρώτο στάδιο ανάπτυξης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη καταγωγή ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
- Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
- μεταφορικάοι απόγονοι ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
- η ρίζα της τρίχας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φύτρα < αρχαία ελληνική φύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύτρα | φύτρες |
| Γενική | φύτρας | φυτρών |
| Αιτιατική | φύτρα | φύτρες |
| Κλητική | φύτρα | φύτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →