Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φώναγμα

/ˈfo.naɣ.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φωνάζω Βικιλεξικό
    • Σε λίγα λεπτά είχε ερημωθεί η Μικρή Καλύβα. Μια πλάβα προπορεύουνταν, ξεγλιστρώντας σιωπηλά στ' ακίνητα νερά, με δυο τρεις άντρες οπλισμένους, που κρυφάκουαν τους κρότους της Λίμνης, τα μάτια ανοιχτά, η προσοχή τους όλη εντατικά στραμμένη στις σκιές των καλαμιών, σε κανένα φώναγμα νερόκοτας ή τρίξιμο κουπιού. Και πίσω, αράδα, κοντά η μια στην άλλη, ακολουθούσαν, μαύρη σειρά, οι κατραμωμένες πλάβες, με τους οπλισμένους άντρες σιωπηλά βουτώντας τα πλατσιά, χωρίς μιλιά ούτε ψίθυρο, σκοτεινά, κρυφά, σα φαντάσματα σκιερά. Κάθε θάμνος μπορούσε να κρύβει καρτέρι κομιτατζήδων, κάθε φώναγμα πουλιού ή αγριμιού να είναι σύνθημα, κάθε στροφή παγάνα.
  2. προφορικόδυνατή φωνή Βικιλεξικό
    • Έξαφνα, ανάμεσα στις ψαλμωδίες, φώναγμα φρουρού ακούστηκε από μακριά. Ο Νικήτας σταμάτησε απότομα και τέντωσε τ' αυτί. Δεύτερο φώναγμα ακούστηκε, μαζί κι ένα σύνθημα, κι αμέσως φωνές τρομαγμένες αποκρίθηκαν. Και μακριά πολύ, ένα σήμαντρο χτύπησε.

Ετυμολογία

φώναγμα < φωνακ- του ρήματος φωνάζω με αφομοίωση του [km > γm] + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφώναγμαφωνάγματα
Γενικήφωνάγματοςφωναγμάτων
Αιτιατικήφώναγμαφωνάγματα
Κλητικήφώναγμαφωνάγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →