Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάζεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η σχόλη, η τεμπελιά, η χαλάρωση, το να κοιτάς διάφορα χωρίς ουσιαστικά να τα περιεργάζεσαι για κάτι παραγωγικό, όπως για να τα αγοράσεις Βικιλεξικό
    • Δεν μ΄ αρέσει το χάζεμα στο εμπορικό κέντρο γιατί βλέπω ένα σωρό πράματα που δεν μπορώ να πάρω κι από πάνω βλέπω ότι ενώ εγώ χαζεύω, οι άλλες αγοράζουν!
    • Άσε το χάζεμα και κάτσε να διαβάσεις

Ετυμολογία

χάζεμα < χαζεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάζεμαχαζέματα
Γενικήχαζέματοςχαζεμάτων
Αιτιατικήχάζεμαχαζέματα
Κλητικήχάζεμαχαζέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →