χάζεμα
•
- η σχόλη, η τεμπελιά, η χαλάρωση, το να κοιτάς διάφορα χωρίς ουσιαστικά να τα περιεργάζεσαι για κάτι παραγωγικό, όπως για να τα αγοράσεις Βικιλεξικό
- Δεν μ΄ αρέσει το χάζεμα στο εμπορικό κέντρο γιατί βλέπω ένα σωρό πράματα που δεν μπορώ να πάρω κι από πάνω βλέπω ότι ενώ εγώ χαζεύω, οι άλλες αγοράζουν!
- Άσε το χάζεμα και κάτσε να διαβάσεις
Ετυμολογία
χάζεμα < χαζεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάζεμα | χαζέματα |
| Γενική | χαζέματος | χαζεμάτων |
| Αιτιατική | χάζεμα | χαζέματα |
| Κλητική | χάζεμα | χαζέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →