χάκα
•
- γλώσσακινεζική διάλεκτος Βικιλεξικό
- πολεμικός χορός με κραυγές κι επιθετικούς μορφασμούς και χειρονομίες των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάκα < (άμεσο δάνειο) αγγλική Hakka < χάκα 客家
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →