χάλαβρο
•
- βράχος ή σωρός από πέτρες που κατρατρακυλούν από ψηλά, Βικιλεξικό
- ερείπιο, γκρέμισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάλαβρο < μεσαιωνική ελληνική χάρβαλον & χάραβλον με αντιμεταθέσεις υγρών συμφώνων < αβέβαιης ετυμ. με άλλους να εικάζουν ως ρίζα το χαλαρός άλλους να εικάζουν ότι υπήρξε αρχαίος τύπος χαλαβρός και με άλλους να θεωρούν ότι στη γέννηση της λέξης συμμετείχε ίσως το ἄρβηλος (σαν ημικυκλική φαλτσέτα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →