χάλαρο
•
- χάλασμα, ερείπιο Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόπετρώδεις τόποι, γκρεμός) Βικιλεξικό
- με τα λογής τα μάρμαρα τα μυριοπλουσμένα, φερτά από τη Προκοπόνησο κι από τη Βιθυνία, τα χάλαρα της Κάρυστος, τα παριανά λιθάρια. Κι εγώ ο Πορφυρογέννητος, τρανότερος απ΄ όλους.
- στον πληθυντικόμεγάλα χαλίκια που αποβράζει η θάλλασα Βικιλεξικό
- Μονάχα ἡ πρύμη του καὶ κείνη ξεσκλισμένη, κρατιότανε σὲ δυὸ χάλαρα. Καὶ γύρωθέ της πικρὴ νεκροπομπὴ ἄλλα ξύλα σκορπισμένα, κουπιὰ καὶ ἄρμενα
Ετυμολογία
χάλαρο < άγνωστης ετυμολογίας ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάλαρο | χάλαρα |
| Γενική | χάλαρου | χάλαρων |
| Αιτιατική | χάλαρο | χάλαρα |
| Κλητική | χάλαρο | χάλαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →