Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάλαρο

/ˈxa.la.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χάλασμα, ερείπιο Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόπετρώδεις τόποι, γκρεμός) Βικιλεξικό
    • με τα λογής τα μάρμαρα τα μυριοπλουσμένα, φερτά από τη Προκοπόνησο κι από τη Βιθυνία, τα χάλαρα της Κάρυστος, τα παριανά λιθάρια. Κι εγώ ο Πορφυρογέννητος, τρανότερος απ΄ όλους.
  3. στον πληθυντικόμεγάλα χαλίκια που αποβράζει η θάλλασα Βικιλεξικό
    • Μονάχα ἡ πρύμη του καὶ κείνη ξεσκλισμένη, κρατιότανε σὲ δυὸ χάλαρα. Καὶ γύρωθέ της πικρὴ νεκροπομπὴ ἄλλα ξύλα σκορπισμένα, κουπιὰ καὶ ἄρμενα

Ετυμολογία

χάλαρο < άγνωστης ετυμολογίας ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάλαροχάλαρα
Γενικήχάλαρουχάλαρων
Αιτιατικήχάλαροχάλαρα
Κλητικήχάλαροχάλαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →