χάλαση
•
- ιατρικήμείωση του τόνου οργάνου ή ιστού Βικιλεξικό
- Αχαλασία είναι μια πρωτοπαθής διαταραχή κινητικότητας του οισοφάγου, κατά την οποία ο κάτω οισοφαγικός σφιγκτήρας δεν κάνει χάλαση -δεν ανοίγει- κατά την κατάποση. Έτσι ο βλωμός της τροφής δεν μπορεί να περάσει από τον οισοφάγο στο στομάχι.
- γενική ενικούτο χαλάρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάλαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χάλα(σις) + -ση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →