χάλασμα
•
- η φθορά, το αποτέλεσμα του χαλώ Βικιλεξικό
- το ερείπιο, γκρεμισμένο κτίριο (καταχρηστικά, χρησιμοποιείται και ο πληθυντικός για την ίδια έννοια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάλασμα < ελληνιστική χάλασμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάλασμα | χαλάσματα |
| Γενική | χαλάσματος | χαλασμάτων |
| Αιτιατική | χάλασμα | χαλάσματα |
| Κλητική | χάλασμα | χαλάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →