Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάλκινα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικό όργανοτα χάλκινα πνευστά μουσικά όργανα Βικιλεξικό
    • Οικογένεια φασαριόζα, τα Χάλκινα σας περιμένουν για να τα… ακούσετε στη σκηνή της Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης! Γνωρίστε το κόρνο, την τρομπέτα, το τρομπόνι και την τούμπα μέσα από χαρακτηριστικά αποσπάσματα έργων που γράφτηκαν γι’ αυτά («Άκου… τα χάλκινα!», Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Εκδηλώσεις, 19/1/2014 https://www.megaron.gr/event/akou-ta-chalkina/)

Ετυμολογία

χάλκινα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χάλκινος στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάλκιναχάλκινα
Γενική—χάλκινων
Αιτιατική—χάλκινα
Κλητική—χάλκινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →