χαμούρα
•
- λαϊκότροποανήθικη γυναίκα, πόρνη , ή ειδικότερα φτηνή πόρνη που δεν έχει δωμάτιο Βικιλεξικό
- : ανάξιος, ανυπόληπτος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαμούρα < :* είτε < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική خامور - τουρκική hamur (ζυμάρι) < περσική خمیر (xamir) :* είτε λατινική camura, θηλυκό του camur (λυγισμένος, καμπύλος < πρωτοϊταλική *kameros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂em-: λυγίζω, κάμπτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμούρα | χαμούρες |
| Γενική | χαμούρας | — |
| Αιτιατική | χαμούρα | χαμούρες |
| Κλητική | χαμούρα | χαμούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →