Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαμούρα

/xaˈmu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποανήθικη γυναίκα, πόρνη , ή ειδικότερα φτηνή πόρνη που δεν έχει δωμάτιο Βικιλεξικό
  2. : ανάξιος, ανυπόληπτος άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαμούρα < :* είτε < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική خامور - τουρκική hamur (ζυμάρι) < περσική خمیر (xamir) :* είτε λατινική camura, θηλυκό του camur (λυγισμένος, καμπύλος < πρωτοϊταλική *kameros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂em-: λυγίζω, κάμπτω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαμούραχαμούρες
Γενικήχαμούρας—
Αιτιατικήχαμούραχαμούρες
Κλητικήχαμούραχαμούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χάμουρα

/ˈxa.mu.ɾa/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η σαγή, τα ηνία Βικιλεξικό
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)

Ετυμολογία

χάμουρα < ρουμανική hamuri

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάμουραχάμουρα
Γενική—χάμουρων
Αιτιατική—χάμουρα
Κλητική—χάμουρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →