χάνομαι
•
- κάποιος με χάνει Βικιλεξικό
- χάθηκε το πορτοφόλι μου
- χάνω τον προσανατολισμό μου, δεν μπορώ να βρω το δρόμο για τον προορισμό μου Βικιλεξικό
- τριγύριζε μέσα στα σοκάκια της άγνωστης πόλης και φυσικά χάθηκε
- καταστρέφομαι, απειλούμαι από μεγάλη συμφορά Βικιλεξικό
- τα νέα ήτα φοβερά κι άρχισε να φωνάζει "χάνομαι, χάνομαι" ...
- πεθαίνω Βικιλεξικό
- χάθηκε χτες ένας μεγάλος άνθρωπος
Ετυμολογία
χάνομαι < παθητική φωνή του ρήματος χάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χάνομαι | χάνεσαι | χάνεται | χανόμαστε | χάνεστε | χάνονται |
| Παρατατικός | χανόμουν / χανόμουνα | χανόσουν / χανόσουνα | χανόταν / χανότανε | χανόμασταν / χανόμαστε | χανόσασταν / χανόσαστε | χάνονταν / χανόντουσαν |
| Αόριστος | χάθηκα | χάθηκες | χάθηκε | χαθήκαμε | χαθήκατε | χάθηκαν / χαθήκαν / χαθήκανε |
| Μέλλοντας | θα χάνομαι / θα χαθώ | θα χάνεσαι / θα χαθείς | θα χάνεται / θα χαθεί | θα χαθούμε / θα χανόμαστε | θα χάνεστε / θα χαθείτε | θα χάνονται / θα χαθούν / θα χαθούνε |
| Παρακείμενος | έχω χαθεί | έχεις χαθεί | έχει χαθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαθεί | είχες χαθεί | είχε χαθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαθεί / να χάνομαι / να χαθώ | να έχεις χαθεί / να χάνεσαι / να χαθείς | να έχει χαθεί / να χάνεται / να χαθεί | να χαθούμε / να χανόμαστε | να χάνεστε / να χαθείτε | να χάνονται / να χαθούν / να χαθούνε |
| Προστακτική | — | χάνου / χάσου | — | — | χάνεστε / χαθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →