χάνω
•
- για υλικά αντικείμεναπαύω να έχω κάτι Βικιλεξικό
- Έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
- δεν καταφέρνω να εκτελέσω μια ενέργεια Βικιλεξικό
- Άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο.
- παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω.
- παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε.
- παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του.
- ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής Βικιλεξικό
- Έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό.
Ετυμολογία
χάνω < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική χάνω < μεσαιωνικά ελληνικά ἔχασα, ἐχάσα κατά το σχήμα έφθασα-φθάνω, έπιασα-πιάνω, < ελληνιστική κοινή αόριστος *ἐχάωσα (απαρέμφατο χαῶσαι) - *χαώνω του ρήματος χαόω - χαῶ < χάος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χάνω | χάνεις | χάνει | χάνουμε | χάνετε | χάνουν / χάνουνε |
| Παρατατικός | έχανα | έχανες | έχανε | χάναμε | χάνατε | έχαναν / χάναν / χάνανε |
| Αόριστος | έχασα | έχασες | έχασε | χάσαμε | χάσατε | έχασαν / χάσαν / χάσανε |
| Μέλλοντας | θα χάνω / θα χάσω | θα χάνεις / θα χάσεις | θα χάνει / θα χάσει | θα χάνουμε / θα χάσουμε | θα χάνετε / θα χάσετε | θα χάνουν / θα χάνουνε / θα χάσουν / θα χάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χάσει | έχεις χάσει | έχει χάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χάσει | είχες χάσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χάσει / να χάνω / να χάσω | να έχεις χάσει / να χάνεις / να χάσεις | να έχει χάσει / να χάνει / να χάσει | να χάνουμε / να χάσουμε | να χάνετε / να χάσετε | να χάνουν / να χάνουνε / να χάσουν / να χάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε χαμένο / χάσε | — | — | χάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χάθηκαχάνομαιχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →