χάπενινγκ
•
- θεατρικό δρώμενο με στοιχεία αυτοσχεδιασμού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδρώμενο ή εκδήλωση με θεατρικά στοιχεία, που τραβά την προσοχή και εντυπωσιάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάπενινγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική happening με μεταγραφή του ⟨g⟩ ως ⟨νγκ⟩ για έμφαση στην προφορά < happen
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →