χάραμα
•
- το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος Βικιλεξικό
- Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)
- Μέσα από τούς λίγους ... στίχους του δίνεται τό τοπίο, ή δράση, τά πρόσωπα καί ὁ λόγος μέ συμβολικά, μαγικά, λογοτεχνικά στοιχεῖα μέσα ἀπ' τὰ ὁποῖα ἀναδύεται μία ἱερή τελετουργική γονιμική ατμόσφαιρα καί μυητική δράση: ὁ ἱερός τόπος (πυκνή ὑδροχαρής βλάστηση, χτισμένη πηγή, ἱερός οἶκος γυναικείας θεότητας)· ή πάρωρη, ἄφωνη ὥρα (μεσημέρι ἤ χαράματα, ἄν κρίνουμε ἀπό τήν αναφορά τοῦ φαγητοῦ καί τό γεγονός ὅτι τά μεσάνυχτα τοποθετούνται σε παρελθόντα χρόνο) ... (Το νερό πηγή ζωής, κίνησης, καθαρμού, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1999, σελ. 62 http://archive.eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php/SEAD290/%CE%9A%CE%95%CE%99%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%91%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%94%CE%99%CE%91%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%9C%CE%91/Nero%20pigi%20Zwis.pdf)
- και σε επιρρηματική χρήση Βικιλεξικό
- έφυγε χαράματα
Ετυμολογία
χάραμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάραγμα με αφομοίωση [ɣm] > mm και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm] > [m] Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χάραγμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάραμα | χαράματα |
| Γενική | χαράματος | — |
| Αιτιατική | χάραμα | χαράματα |
| Κλητική | χάραμα | χαράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →