Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάραξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το χάραγμα σαν ενέργεια, η ενέργεια του χαράζω, η εντομή, το τράβηγμα μιας γραμμής με τη βοήθεια το χάρακα σε χαρτί ή το χάραγμα σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο σχεδιασμός μιας ενέργειας, μιας πολιτικής, ο ορισμός της βασικής κατεύθυνσής της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χάραξη < (καθαρεύουσα) χάραξις < (ελληνιστική κοινή) χάραξις με πικίλες έννοιες < αρχαία ελληνική χάραξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάραξηχαράξεις
Γενικήχάραξηςχαράξεων
Αιτιατικήχάραξηχαράξεις
Κλητικήχάραξηχαράξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →