χάριν ευφωνίας
•
- πνεύμων αντί του αρχαιοελληνικού πλεύμων Βικιλεξικό
- πλατεία αντί του αρχαιοελληνικού πλατέα Βικιλεξικό
- πολυάνδριο κατά μετάπτωση στη σύνθεση από το πολύ και ανδρεία Βικιλεξικό
- πυκνός αντί του αρχικού πυκινός, σκόροδον και κατά κατάπτωση του -ο σκόρδον Βικιλεξικό
- αρμέγω αντί του αρχαιοελληνικού αμέλγω, άλμη αντί του αρχικού άρμη Βικιλεξικό
- βιολιντζής αντί του ορθού βιολιτζής Βικιλεξικό
- καραφλός αντί φαλακρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάριν ευφωνίας < χάριν και ευφωνία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →