χάρις
•
- λόγιοη χάρη Βικιλεξικό
- λόγιοη χάρη Βικιλεξικό
- λόγιοη χάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάρις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική χάρις : για το επίρρημα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική grâce à
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάρις | χάριτες |
| Γενική | χάριτος | χαρίτων |
| Αιτιατική | χάριν | χάριτες |
| Κλητική | χάρι | χάριτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →