Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάρτινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. από χαρτί Βικιλεξικό
    • Ας κάνουμε μια χάρτινη κατασκευή σαν σπίτι
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν είναι σταθερός, που είναι ίσως και ψεύτικος, ευτελής, κακής ποιότητας Βικιλεξικό
    • χάρτινο το φεγγαράκι
    • χάρτινος πύργος (αντίστοιχο του "πύργοι στην άμμο", που διαλύονται εύκολα)
    • χαρτινοι τοίχοι (πολύ λεπτοί, "ψεύτικοι")
    • Η πολυκατοικία κατέρρευσε γιατί ήταν χάρτινη (από υλικά κακής οιότητας)
  3. που ίσως δεν είναι ίσο με κάτι αντίστοιχο που έχει την ίδια ονομασία (π.χ. για νομίσματα) Βικιλεξικό
    • χάρτινη λίρα σε αντιδιαστολή προς τη χρυσή

Ετυμολογία

χάρτινος < (ελληνιστική κοινή) <χαρτί < αρχαία ελληνική χάρτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχάρτινοςχάρτινηχάρτινο
Γενικήχάρτινουχάρτινηςχάρτινου
Αιτιατικήχάρτινοχάρτινηχάρτινο
Κλητικήχάρτινεχάρτινηχάρτινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχάρτινοιχάρτινεςχάρτινα
Γενικήχάρτινωνχάρτινωνχάρτινων
Αιτιατικήχάρτινουςχάρτινεςχάρτινα
Κλητικήχάρτινοιχάρτινεςχάρτινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →