χάσκας
•
- προφορικόο χάνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάσκας < χάσκ(ω) -άς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
χάσκας < χάσκ(ω) -άς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →