χάσκω
•
- έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή απορία ή αφηρημάδα Βικιλεξικό
- παρουσιάζω ένα απειλητικό άνοιγμα Βικιλεξικό
- Μπροστά τους έχασκε ο γκρεμός.
- Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
Ετυμολογία
χάσκω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάσκω
Άλλοι τύποι
έχασκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →