Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάσκω

/ˈxa.sko/ρήμα
•
  1. έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή απορία ή αφηρημάδα Βικιλεξικό
  2. παρουσιάζω ένα απειλητικό άνοιγμα Βικιλεξικό
    • Μπροστά τους έχασκε ο γκρεμός.
    • Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)

Ετυμολογία

χάσκω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάσκω

Άλλοι τύποι

έχασκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →