Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χάψιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η γρήγορη και λαίμαργη κατάποση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη απερίσκεπτη και αφελής αποδοχή των λόγων κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χάψιμο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχάψιμοχαψίματα
Γενικήχαψίματοςχαψιμάτων
Αιτιατικήχάψιμοχαψίματα
Κλητικήχάψιμοχαψίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →