χάψιμο
•
- η γρήγορη και λαίμαργη κατάποση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απερίσκεπτη και αφελής αποδοχή των λόγων κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χάψιμο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χάψιμο | χαψίματα |
| Γενική | χαψίματος | χαψιμάτων |
| Αιτιατική | χάψιμο | χαψίματα |
| Κλητική | χάψιμο | χαψίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →