χένα
•
- το φυτό και η χρωστική ουσία που βγαίνει από αυτό και που λεγόταν στην Ελλάδα κύπρος (ταξινομημένο τώρα ως Lawsonia inermis) και που πωλείται σε μορφή σκόνης για βαφή κυρίως των μαλλιών Βικιλεξικό
- τατουάζ και βαφή δερμάτων και μάλλινων ή άλλων υφασμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χένα < από την αγγλική λέξη henna ή από τη γαλλική henné < από την αραβική λέξη الحناء (προφορά: al-ḥinnā´)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χένα | χένες |
| Γενική | χένας | χενών |
| Αιτιατική | χένα | χένες |
| Κλητική | χένα | χένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →