χεριά
•
- λαϊκότροπο και μάλλον παρωχημένομια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου Βικιλεξικό
- λαογραφίατρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών Βικιλεξικό
- Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
- λαογραφίατρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόξυλιά Βικιλεξικό
- Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό
Ετυμολογία
χεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χερέα με συνίζηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χεριά | χεριές |
| Γενική | χεριάς | χεριών |
| Αιτιατική | χεριά | χεριές |
| Κλητική | χεριά | χεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →