χέρσωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χερσώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χέρσωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χέρσωσις, χερσώ(νω) + -ση (-σις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χέρσωση | χερσώσεις |
| Γενική | χέρσωσης | χερσώσεων |
| Αιτιατική | χέρσωση | χερσώσεις |
| Κλητική | χέρσωση | χερσώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →