χήμωση
•
- ιατρικήη διόγκωση του επιπεφυκότα (δηλαδή του λεπτού ιστού που καλύπτει το λευκό μέρος του ματιού και την εσωτερική πλευρά των βλεφάρων) η οποία οφείλεται συνήθως σε φλεγμονή ή αλλεργική αντίδραση, με αποτέλεσμα ο επιπεφυκότας να φαίνεται πρησμένος και να προεξέχει από την επιφάνεια του ματιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χήμωση < ελληνιστική κοινή χήμωσις < αρχαία ελληνική χήμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χήμωση | χημώσεις |
| Γενική | χήμωσης | χημώσεων |
| Αιτιατική | χήμωση | χημώσεις |
| Κλητική | χήμωση | χημώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →