Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χήμωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη διόγκωση του επιπεφυκότα (δηλαδή του λεπτού ιστού που καλύπτει το λευκό μέρος του ματιού και την εσωτερική πλευρά των βλεφάρων) η οποία οφείλεται συνήθως σε φλεγμονή ή αλλεργική αντίδραση, με αποτέλεσμα ο επιπεφυκότας να φαίνεται πρησμένος και να προεξέχει από την επιφάνεια του ματιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χήμωση < ελληνιστική κοινή χήμωσις < αρχαία ελληνική χήμη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχήμωσηχημώσεις
Γενικήχήμωσηςχημώσεων
Αιτιατικήχήμωσηχημώσεις
Κλητικήχήμωσηχημώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →