Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χίασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χιάζω Βικιλεξικό
  2. ανατομία, βιολογία) διασταύρωση νεύρων ή διαφόρων ανατομικών στοιχείων σ’ ένα σώμα Βικιλεξικό
  3. γενικότεραοτιδήποτε έχει σχήμα Χ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χίασμα < ελληνιστική κοινή χίασμα < αρχαία ελληνική χιάζω < χῖ / χεῖ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχίασμαχιάσματα
Γενικήχιάσματοςχιασμάτων
Αιτιατικήχίασμαχιάσματα
Κλητικήχίασμαχιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →