Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χίπικος

/ˈçi.pi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το ρεύμα των χίπις Βικιλεξικό
    • Η ονειροπόλα Πάτι Σμιθ, που θαυμάζει τον Ντίλαν Τόμας, κόβει τα μαλλιά της όπως ο Κιθ Ρίτσαρντς και υιοθετεί ανδρόγυνο στυλ, θα γίνει η ποιήτρια της ροκ. Ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, ντροπαλός και φιλόδοξος, έχει για πρότυπα τον Ντισάν και τον Γουόρχολ, φοράει χίπικα χαϊμαλιά και γιλέκα από προβιά, θα γίνει ο φωτογράφος που προκαλεί με τις σαδομαζοχιστικές εικόνες του. (Εφημερίδα των Συντακτών, 24.01.2016)

Ετυμολογία

χίπικος < χίπης + -ικος < αγγλική hippie < hipster < hip + -ster < μέση αγγλική hipe, hupe < αγγλοσαξονικά hype < πρωτογερμανική *hupiz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱewb- < *ḱew- (λυγίζω, κάμπτω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχίπικοςχίπικηχίπικο
Γενικήχίπικουχίπικηςχίπικου
Αιτιατικήχίπικοχίπικηχίπικο
Κλητικήχίπικεχίπικηχίπικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχίπικοιχίπικεςχίπικα
Γενικήχίπικωνχίπικωνχίπικων
Αιτιατικήχίπικουςχίπικεςχίπικα
Κλητικήχίπικοιχίπικεςχίπικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →