Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χίτικος

/çi.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπου ανήκει στην εθνικιστική, αντικομμουνιστική και φιλοβασιλική «Οργάνωση Χ» (1943-1950) του Γεώργιου Γρίβα ή σχετίζεται με αυτήν Βικιλεξικό
    • «Τότε με τα χίτικα δεν κόταγες να πεις ούτε τ' όνομά σου» (απόσπασμα από τις «μαρτυρίες για τον Εμφύλιο σε ένα χωριό της Πυλίας», όπως παρουσιάστηκαν από τη Νάση Μπάλτα στην ομότιτλη έρευνά της που δημοσιεύτηκε στον τόμο: Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος & Γρηγόρης Ψαλλίδας (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949 (Αθήνα: Θεμέλιο, 2002, ISBN 960-310-293-8)· πρόσβαση: 2019-11-19)

Ετυμολογία

χίτικος < Οργάνωση Χ -ίτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχίτικοςχίτικηχίτικο
Γενικήχίτικουχίτικηςχίτικου
Αιτιατικήχίτικοχίτικηχίτικο
Κλητικήχίτικεχίτικηχίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχίτικοιχίτικεςχίτικα
Γενικήχίτικωνχίτικωνχίτικων
Αιτιατικήχίτικουςχίτικεςχίτικα
Κλητικήχίτικοιχίτικεςχίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →