χαΐνης
•
- κρητικάαντάρτης, επαναστάτης, φυγόδικος Βικιλεξικό
- κρητικάτεμπέλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαΐνης < τουρκική hain (δόλιος, προδότης) < αραβική خائن (ḵẖāʼin)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαΐνης | χαΐνηδες |
| Γενική | χαΐνη | χαΐνηδων |
| Αιτιατική | χαΐνη | χαΐνηδες |
| Κλητική | χαΐνη | χαΐνηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →