χαίτη
•
- οι μακρύτερες απ' ό,τι στο υπόλοιπο σώμα τρίχες που φύονται στον αυχένα διάφορων ζώων Βικιλεξικό
- η χαίτη του λιονταριού
- μειωτικότα μακριά μαλλιά ανθρώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαίτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαίτη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαίτη | χαίτες |
| Γενική | χαίτης | χαιτών |
| Αιτιατική | χαίτη | χαίτες |
| Κλητική | χαίτη | χαίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →