Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαβάγια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικό όργανο τών λαών τής Πολυνησίας, κιθάρα που ο μουσικός την κρατά οριζόντια με την πλάτη της στα γόνατά του και φημίζεται για τον μακρόσυρτο, γλυκά μελαγχολικό γεμάτο μουσικές διακυμάνσεις ήχο της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαβάγια < Χαβάη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαβάγιαχαβάγιες
Γενικήχαβάγιαςχαβαγιών
Αιτιατικήχαβάγιαχαβάγιες
Κλητικήχαβάγιαχαβάγιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →