χαβάνι
•
- κουζινικάορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων του καφέ κ.λπ. (και από πέτρα ή μάρμαρο ειδικά για τον καφέ παλιότερα) Βικιλεξικό
- όργανο με το οποίο ψιλοκοβόταν παλιά ο καπνός για να φτιαχτούν τσιγάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαβάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική havan < περσική هاون (hāvan, γουδί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαβάνι | χαβάνια |
| Γενική | χαβανιού | χαβανιών |
| Αιτιατική | χαβάνι | χαβάνια |
| Κλητική | χαβάνι | χαβάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →