χαβάς
•
- ο σκοπός ενός τραγουδιού, η μελωδία Βικιλεξικό
- Μας ζάλισες μ' αυτό το τραγουδάκι... Δεν αλλάζεις χαβά;
- μεταφορικάμια συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται συνεχώς, με πείσμα με αδιαφορία για την ενόχληση σε άλλους Βικιλεξικό
- Δεν βγάλαμε άκρη στη συνέλευση, γιατί ο καθένας είχε το χαβά του. (την άποψή του)
- Σου το 'λεγα ότι πρέπει ν' αλλάξεις χαβά, αλλά εσύ, το βιολί σου!
Ετυμολογία
χαβάς < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική هوا, hava (αέρας, καιρός και μελωδικός σκοπός) + -ς < αραβική هَوَاء (hawaa)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαβάς | χαβάδες |
| Γενική | χαβά | χαβάδων |
| Αιτιατική | χαβά | χαβάδες |
| Κλητική | χαβά | χαβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →