χαβέτα
•
- ιδιωματικόάλλη ονομασία για τον λάθυρο από τον οποίο παράγεται η φάβα αλλά και κτηνοτροφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαβέτα < ίσως από διάλεκτο τοπική • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαβέτα | χαβέτες |
| Γενική | χαβέτας | χαβετών |
| Αιτιατική | χαβέτα | χαβέτες |
| Κλητική | χαβέτα | χαβέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →