Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαγιάτι

/xaˈʝa.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκόσκεπαστός εξώστης που αποτελεί προέκταση εσωτερικού χώρου Βικιλεξικό
    • 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες
    • 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ὁ κλεφτοκοτᾶς, από τη συλλογή διηγημάτων Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ, αρχική έκδοση: 1922.
    • 21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, 2011, ISBN: 9789600322439 @google.gr/books.

Ετυμολογία

χαγιάτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (hayat) (τουρκικά hayat) + -ι < αραβική حَيَاط (ḥayāṭ, μάντρα, περιφραγμένη αυλή) < αραβική حائط (ḥāˀiṭ, τοίχος περίφραξης, φράχτης, περίβολος) :Επιπλέον στα τουρκικά hayat σημαίνει μπαλκόνι, υπόστεγο (ιδιωματικό) Δεν πρέπει να συγχέεται με το τουρκικά hayat (ζωή) το οποίο έχει διαφορετική ετυμολογική προέλευση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαγιάτιχαγιάτια
Γενικήχαγιατιούχαγιατιών
Αιτιατικήχαγιάτιχαγιάτια
Κλητικήχαγιάτιχαγιάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →