χαδιάρης
•
- που του αρέσουν τα χάδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαδιάρης < χάδι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαδιάρης | χαδιάρα | χαδιάρικο |
| Γενική | χαδιάρη | χαδιάρας | χαδιάρικου |
| Αιτιατική | χαδιάρη | χαδιάρα | χαδιάρικο |
| Κλητική | χαδιάρη | χαδιάρα | χαδιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαδιάρηδες | χαδιάρες | χαδιάρικα |
| Γενική | χαδιάρηδων | — | χαδιάρικων |
| Αιτιατική | χαδιάρηδες | χαδιάρες | χαδιάρικα |
| Κλητική | χαδιάρηδες | χαδιάρες | χαδιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →