Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαδιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσουν τα χάδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαδιάρης < χάδι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαδιάρηςχαδιάραχαδιάρικο
Γενικήχαδιάρηχαδιάραςχαδιάρικου
Αιτιατικήχαδιάρηχαδιάραχαδιάρικο
Κλητικήχαδιάρηχαδιάραχαδιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαδιάρηδεςχαδιάρεςχαδιάρικα
Γενικήχαδιάρηδων—χαδιάρικων
Αιτιατικήχαδιάρηδεςχαδιάρεςχαδιάρικα
Κλητικήχαδιάρηδεςχαδιάρεςχαδιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →