Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζίρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διάλεκτος: έτοιμος Βικιλεξικό
    • Ήρθε ο κομαντάντης της πιάτζας στελμένος από τον φρούραρχον να γένω χαζίρι σε δυο ώρες να φύγωμεν (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 1829-1850)

Ετυμολογία

χαζίρι < οθωμανική τουρκική hazır < αραβική حاضر (hādir, "έτοιμος")

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαζίριχαζίρια
Γενική——
Αιτιατικήχαζίριχαζίρια
Κλητικήχαζίριχαζίρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →