χαζεύω
•
- γίνομαι χαζός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχάσκω από έκπληξη, βλέπω, παρατηρώ κάτι με ανοιχτό το στόμα Βικιλεξικό
- ξοδεύω τον καιρό μου παρατηρώντας πράγματα που είναι ευχάριστα, αλλά δεν με αφορούν άμεσα Βικιλεξικό
- μεταβατικόπαρακολουθώ κάποιον σε μεγάλη προσήλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαζεύω < χαζός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →