χαζολογώ
•
- περνώ την ώρα μου μην κάνοντας τίποτα σοβαρό ή παραγωγικό, απλώς χαζεύοντας άσκοπα εδώ κι εκεί Βικιλεξικό
- κάνω χαζές, άσκοπες συζητήσεις χωρίς ουσία, για να περνάει η ώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαζολογώ < χαζο- + -λογώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →