χαζομάρα
•
- η ιδιότητα του χαζού, η έλλειψη εξυπνάδας Βικιλεξικό
- ανόητη ενέργεια Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδόσεις: Πατάκη, 2024
Ετυμολογία
χαζομάρα < χαζός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζομάρα | χαζομάρες |
| Γενική | χαζομάρας | — |
| Αιτιατική | χαζομάρα | χαζομάρες |
| Κλητική | χαζομάρα | χαζομάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →