χαζομαμά
•
- οικείοοικείος χαρακτηρισμός μητέρας που συμπεριφέρεται με παιδιάστικο ενθουσιασμό για το παιδί της και η συμπεριφορά της χαρακτηρίζεται από υπερβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαζομαμά < χαζο- + μαμά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζομαμά | χαζομαμάδες |
| Γενική | χαζομαμάς | χαζομαμάδων |
| Αιτιατική | χαζομαμά | χαζομαμάδες |
| Κλητική | χαζομαμά | χαζομαμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →