χαζομούνα
•
- Γυναίκα όμορφη & ελκυστική, αλλά χαζή Βικιλεξικό
- Χαζή γυναίκα (γενικά) Βικιλεξικό
- Μ΄αυτή τη χαζομούνα βρήκες κι εσύ να πάς;
Ετυμολογία
χαζομούνα < χαζό + μουνί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζομούνα | χαζομούνες |
| Γενική | χαζομούνας | — |
| Αιτιατική | χαζομούνα | χαζομούνες |
| Κλητική | χαζομούνα | χαζομούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →