Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζομούνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. Γυναίκα όμορφη & ελκυστική, αλλά χαζή Βικιλεξικό
  2. Χαζή γυναίκα (γενικά) Βικιλεξικό
    • Μ΄αυτή τη χαζομούνα βρήκες κι εσύ να πάς;

Ετυμολογία

χαζομούνα < χαζό + μουνί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαζομούναχαζομούνες
Γενικήχαζομούνας—
Αιτιατικήχαζομούναχαζομούνες
Κλητικήχαζομούναχαζομούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →