Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζομπαμπάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείος χαρακτηρισμός προσώπου που συμπεριφέρεται με παιδιάστικο ενθουσιασμό για το παιδί του, συνήθως όταν γίνεται για πρώτη φορά μπαμπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαζομπαμπάς < χαζός + μπαμπάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαζομπαμπάςχαζομπαμπάδες
Γενικήχαζομπαμπάχαζομπαμπάδων
Αιτιατικήχαζομπαμπάχαζομπαμπάδες
Κλητικήχαζομπαμπάχαζομπαμπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →