Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζοπούλι

/xa.zoˈpu.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μειωτικόαφελής, ανόητος, επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος Βικιλεξικό
    • Ἄκου, χαζοπούλι, θὰ περάσεις χαρισάμενα στὴ δούλεψή μου. Ναί, δὲ σοῦ λέω - κι ἄμ πῶς - στὴ ἀρχὴ ἔχει κομμάτι ζόρι μὰ ὕστερα θὰ στρώσεις.
  2. χαϊδευτικόχαζούλης Βικιλεξικό
    • Άχ βρε χαζοπούλι, στην έφερα ! Χά - χά - χά ! (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Πολιορκία, εκδ. Κέδρος, 1976, σελ. 50)

Ετυμολογία

χαζοπούλι < χαζο- + πουλ(ί) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαζοπούλιχαζοπούλια
Γενικήχαζοπουλιούχαζοπουλιών
Αιτιατικήχαζοπούλιχαζοπούλια
Κλητικήχαζοπούλιχαζοπούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →