χαζοπούλι
•
- μειωτικόαφελής, ανόητος, επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος Βικιλεξικό
- Ἄκου, χαζοπούλι, θὰ περάσεις χαρισάμενα στὴ δούλεψή μου. Ναί, δὲ σοῦ λέω - κι ἄμ πῶς - στὴ ἀρχὴ ἔχει κομμάτι ζόρι μὰ ὕστερα θὰ στρώσεις.
- χαϊδευτικόχαζούλης Βικιλεξικό
- Άχ βρε χαζοπούλι, στην έφερα ! Χά - χά - χά ! (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Πολιορκία, εκδ. Κέδρος, 1976, σελ. 50)
Ετυμολογία
χαζοπούλι < χαζο- + πουλ(ί) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζοπούλι | χαζοπούλια |
| Γενική | χαζοπουλιού | χαζοπουλιών |
| Αιτιατική | χαζοπούλι | χαζοπούλια |
| Κλητική | χαζοπούλι | χαζοπούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →