χαζοχαρούμενος
•
- μειωτικόπου είναι πάντα χαρωπός, επειδή εξαιτίας της χαζομάρας του δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα κάποιων καταστάσεων Βικιλεξικό
- Είναι ευχάριστος τύπος, λίγο χαζοχαρούμενος. Δεν είναι να τον παίρνεις στα σοβαρά.
- Έχω γίνει ένας χαζοχαρούμενος μπαμπάς, που κάνει όλες τις χάρες στην κορούλα του.
Ετυμολογία
χαζοχαρούμενος < χαζο- + χαρούμενος
Άλλοι τύποι
χαζοχαρούμεναχαζοχαρούμενεχαζοχαρούμενεςχαζοχαρούμενηχαζοχαρούμενηςχαζοχαρούμενοχαζοχαρούμενοιχαζοχαρούμενοςχαζοχαρούμενουχαζοχαρούμενουςχαζοχαρούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →