χαζούλης
•
- λίγο χαζός Βικιλεξικό
- οικείο ή τρυφερόχαζός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαζούλης < χαζ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζούλης / χαζούλης | χαζούλης / χαζούλα | χαζούλης / χαζούλικο |
| Γενική | χαζούλη | χαζούλη | χαζούλη |
| Αιτιατική | χαζούλη | χαζούλη | χαζούλη |
| Κλητική | χαζούλη | χαζούλη | χαζούλη |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαζούληδες | χαζούληδες | χαζούληδες |
| Γενική | χαζούληδων | χαζούληδων | χαζούληδων |
| Αιτιατική | χαζούληδες | χαζούληδες | χαζούληδες |
| Κλητική | χαζούληδες | χαζούληδες | χαζούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →