Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαζούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λίγο χαζός Βικιλεξικό
  2. οικείο ή τρυφερόχαζός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαζούλης < χαζ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαζούλης / χαζούληςχαζούλης / χαζούλαχαζούλης / χαζούλικο
Γενικήχαζούληχαζούληχαζούλη
Αιτιατικήχαζούληχαζούληχαζούλη
Κλητικήχαζούληχαζούληχαζούλη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαζούληδεςχαζούληδεςχαζούληδες
Γενικήχαζούληδωνχαζούληδωνχαζούληδων
Αιτιατικήχαζούληδεςχαζούληδεςχαζούληδες
Κλητικήχαζούληδεςχαζούληδεςχαζούληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →