χαιράμενος
•
- λαϊκότροποτο χαιρόμενος σε παλιότερους χαιρετισμούς Βικιλεξικό
- παρωχημένοευχή σε γάμο Βικιλεξικό
- στερεωμένοι και χαιράμενοι
Ετυμολογία
χαιράμενος < (λαϊκότροπο) μτχ. του χαίρομαι μεσαιωνική ελληνική χαιράμενος (σχημ. κατ' αναλογία προς τις μετοχές των ρημάτων σε -αμαι όπως ίσταμαι-ιστάμενος)
Άλλοι τύποι
χαιράμεναχαιράμενεχαιράμενεςχαιράμενηχαιράμενηςχαιράμενοχαιράμενοιχαιράμενοςχαιράμενουχαιράμενουςχαιράμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →