χαιρέκακος
•
- που επιχαίρει με το πάθημα κάποιου που αντιπαθεί, που νιώθει ή δείχνει χαιρεκακία Βικιλεξικό
- χαιρέκακος άνθρωπος, χαιρέκακο γέλιο
Ετυμολογία
χαιρέκακος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαιρέκακος < αρχαία ελληνική χαίρω + κακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαιρέκακος | χαιρέκακη | χαιρέκακο |
| Γενική | χαιρέκακου | χαιρέκακης | χαιρέκακου |
| Αιτιατική | χαιρέκακο | χαιρέκακη | χαιρέκακο |
| Κλητική | χαιρέκακε | χαιρέκακη | χαιρέκακο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαιρέκακοι | χαιρέκακες | χαιρέκακα |
| Γενική | χαιρέκακων | χαιρέκακων | χαιρέκακων |
| Αιτιατική | χαιρέκακους | χαιρέκακες | χαιρέκακα |
| Κλητική | χαιρέκακοι | χαιρέκακες | χαιρέκακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →